Αφιέρωμα στο “The Doctor” / ΙΑΝ-ΜΑΡ 2025
Ο τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού (TNBC) αποτελεί μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή, που αντιπροσωπεύει πε-
ρίπου το 10-15% των περιπτώσεων καρκίνου μαστού. Χαρακτηρίζεται από την απουσία έκφρασης των υποδοχέων
οιστρογόνων, προγεστερόνης και του υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2), γεγο-
νός που περιορίζει τις θεραπευτικές επιλογές καθώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ορμονοθεραπεία ή στοχευμέ-
νες θεραπείες κατά του HER2. Συχνά, εμφανίζεται σε νεότερες γυναίκες κάτω των 40 ετών καθώς και σε φορείς κλη-
ρονομούμενων μεταλλάξεων, ιδίως του γονιδίου BRCA1.THE DOCTORΦΛΩΡΑ ΖΑΓΟΥΡH
Καθηγήτρια Παθολογικής Ογκολογίας,
Παθολόγος-Ογκολόγος
Μέχρι πρότινος, η θεραπευτική αντιμετώπιση του τριπλά αρνητικού καρκίνου μαστού βασιζόταν σε γενικές προσεγγίσεις, όπως η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία. Παρότι οι κυτταροτοξικοί χημειοθεραπευτικοί παράγοντες επιδεικνύουν υψηλή αποτελεσματικότητα στην εξάλειψη των καρκινικών κυττάρων και έχουν συμβάλει σημαντικά στη μείωση της θνησιμότητας, η μη εκλεκτική δράση τους μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες τοξικότητες, επηρεάζοντας ταχέως πολλαπλασιαζόμενα φυσιολογικά κύτταρα και προκαλώντας συστηματικές παρενέργειες.
Παρά τις προκλήσεις, τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει οδηγήσει σε σημαντικές προόδους στην κατανόηση της βιολογίας του TNBC, προσφέροντας νέες θεραπευτικές επιλογές στους ασθενείς. Προς τιμήν της Παγκόσμιας Ημέρας τριπλά αρνητικού καρκίνου του μαστού στις 3 Μαρτίου, η Καθηγήτρια Παθολογικής Ογκολογίας της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, Φλώρα Ζαγουρή, ανασκοπεί τις ελπιδοφόρες προόδους που διεύρυναν σημαντικά το έως πρότινος περιορισμένο θεραπευτικό οπλοστάσιο για τον TNBC, περιλαμβάνοντας ένα ευρύ φάσμα καινοτόμων προσεγγίσεων.
Μεταξύ αυτών:
Ανοσοθεραπεία
Η εισαγωγή της ανοσοθεραπείας έχει μεταμορφώσει το θεραπευτικό τοπίο του τριπλά αρνητικού καρκίνου του μαστού (TNBC). Η ανοσοθεραπεία ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να αναγνωρίσει και να επιτεθεί στα καρκινικά κύτταρα, στοχεύοντας πρωτεΐνες όπως η PD-L1 που επιτρέπουν στον όγκο να αποφύγει την ανοσολογική απόκριση. Σημαντικές κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο συνδυασμός ανοσοθεραπείας με χημειοθεραπεία μπορεί να βελτιώσει την επιβίωση των ασθενών. Χαρακτηριστικά, οι μελέτες IMpassion130 και KEYNOTE-355 έδειξαν ότι ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας (ατεζολιζουμάμπης ή πεμπρολιζουμάμπης αντίστοιχα) με χημειοθεραπεία οδηγεί σε σημαντική βελτίωση τόσο του διαστήματος ελεύθερου υποτροπής όσο και της συνολικής επιβίωσης σε συγκεκριμένους ασθενείς με μεταστατικό TNBC και PD-L1 θετικούς όγκους. Παράλληλα, σε ασθενείς με πρώιμου σταδίου TNBC, η μελέτη KEYNOTE-522 κατέδειξε ότι η προσθήκη της πεμπρολιζουμάμπης στην προεγχειρητική χημειοθεραπεία, ακολουθούμενη από επικουρική θεραπεία με τον ίδιο ανοσοθεραπευτικό παράγοντα, αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά πλήρους παθολογοανατομικής ανταπόκρισης και βελτιώνει τη συνολική επιβίωση, ενισχύοντας τη σημασία της ανοσοθεραπείας στην αντιμετώπιση του TNBC.
Νεότερες χημειοθεραπείες
Τα συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου (ADCs), όπως το sacituzumab govitecan, αποτελούν μια καινοτόμο προσέγγιση έναντι της κλασικής χημειοθεραπείας για τους ασθενείς με προθεραπευμένο μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC). Πρόκειται για στοχευμένες θεραπείες που συνδυάζουν μονοκλωνικά αντισώματα με κυτταροτοξικούς παράγοντες, επιτρέποντας την εκλεκτική στόχευση των καρκινικών κυττάρων και την ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών στους υγιείς ιστούς. Το sacituzumab govitecan είναι το πρώτο εγκεκριμένο ADC που στοχεύει την πρωτεΐνη Trop-2, η οποία υπερεκφράζεται στα περισσότερα κύτταρα του TNBC. Είναι συνδεδεμένο με το SN-38, ένα ισχυρό παράγωγο της ιρινοτεκάνης που αναστέλλει την τοποϊσομεράση Ι προσφέροντας αποτελεσματική κυτταροτοξική δράση.
Στη μελέτη ASCENT, το sacituzumab govitecan έδειξε σημαντική βελτίωση στην επιβίωση των ασθενών με μεταστατικό TNBC σε σύγκριση με τη συμβατική χημειοθεραπεία, καθιερώνοντάς το ως μια νέα θεραπευτική επιλογή. Αναμένουμε τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών όπως η ASCENT-05/OptimICE-RD, στην οποία μελετάται η αποτελεσματικότητά του sacituzumab govitecan σε πιο πρώιμες γραμμές θεραπείας του TNBC, σε ασθενείς με υπολειπόμενη νόσο μετά την προεγχειρητική χημειοθεραπεία και το χειρουργείο. Παράλληλα, νέα ADCs, όπως τα datopotamab deruxtecan και sacituzumab tirumotecan, βρίσκονται σε προχωρημένες κλινικές μελέτες, ενισχύοντας τις ελπίδες για ακόμα περισσότερες στοχευμένες και αποτελεσματικές επιλογές στο μέλλον.
Στοχευμένες θεραπείες
Οι στοχευμένες θεραπείες αποτελούν έναν τομέα με σημαντικές εξελίξεις. Οι αναστολείς της πολυμεράσης της πολύ-ADP-ριβόζης (PARP), όπως η ολαπαρίμπη, στοχεύουν τον μηχανισμό επιδιόρθωσης του DNA και έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί σε ασθενείς με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 15–25% των ασθενών με TNBC. Στους συγκεκριμένους ασθενείς, η ικανότητα επιδιόρθωσης του DNA είναι ήδη μειωμένη λόγω ανεπάρκειας του μηχανισμού του ομόλογου ανασυνδυασμού. Η αναστολή της PARP οδηγεί σε συσσώρευση βλαβών στο DNA, προκαλώντας την απόπτωση (κυτταρικό θάνατο) των καρκινικών κυττάρων. Εν συνεπεία, οι θεραπείες αυτές μειώνουν τον κίνδυνο υποτροπής στους ασθενείς-φορείς μεταλλάξεων BRCA1/2 και προσφέρουν νέες θεραπευτικές επιλογές, ενισχύοντας τις δυνατότητες εξατομικευμένης θεραπείας.
Συνοψίζοντας, η συνεχής ερευνητική δραστηριότητα και η ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών αναμένεται να βελτιώσουν ακόμη περισσότερο την πρόγνωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών με TNBC. Μέσα σε αυτό το συνεχώς εξελισσόμενο θεραπευτικό τοπίο, είναι κρίσιμο οι ασθενείς να λαμβάνουν φροντίδα σε εξειδικευμένα κέντρα με εμπειρία στη διαχείριση όλων των σύγχρονων θεραπευτικών προσεγγίσεων που διαθέτουμε σήμερα.
Οι στοχευμένες θεραπείεςαποτελούν έναν τομέαμε σημαντικές εξελίξεις. Οι αναστολείς της πολυμεράσης της πολύ ADP-ριβόζης (PARP), όπως η ολαπαρίμπη, στοχεύουν τον μηχανισμό επιδιόρθωσης του DNA και έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί σε ασθενείς με μεταλλάξεις
στα γονίδια BRCA, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 15-25% των ασθενών με TNBC. Στους συγκεκριμένους ασθενείς, η ικανότητα επιδιόρθωσης του DNA είναι ήδη μειωμένη λόγω ανεπάρκειας του μηχανισμού του ομόλογου ανασυνδυασμού.

